Διεύθυνση Πύργος, Τήνου
Είδος χώρου Σιδηρουργείο
Περιοχή Εξω Μερια
Περίοδος1905-1920, 20ος ΑΙΩΝΑΣ
Το τρίτο εργαστήριο της οικογένειας Ρήγου, μετέπειτα εργαστήριο Γιάννη & Κώστα Αλεξόπουλου βρισκεται στον Πύργο της Τήνου, το μεγαλύτερο κέντρο λιθογλυπτικής του νησιού και χτίστηκε περίπου το 1905 από τον Ιάκωβο (Γιακουμή) Ρήγο. Το εργαστηριο που βρίσκεται δίπλα στον Άγιο Δημήτριο, είναι ένα μονόχωρο κτίριο σε σχήμα γάμα, κατασκευασμένο εξαρχής για σιδεραδικο, με υπόγειο φύλαξης και περιβάλοντα βοηθητικό χώρο στην πίσω πλευρά του σιδεράδικου. Από την μπροστινή πλευρά έχει εύκολη πρόσβαση στο δρόμο. Από την κατασκευή του και ως τις αρχές του 21ου αιώνα ο μπαρμπα Γιακουμής Ρήγος με το συναίτερο του, ο μπαρμπά Γιάννης και ο γιός του, μπαρμπά Κώστας Αλεξόπουλος, που εγιναν και οι δύο ονομαστοί σιδεράδες, και τέλος ο Δημήτρης Χατζής κάλυψαν επί 100 χρόνια αναγκες για μεταλλικά εργαλεία και αντικείμενα κάθε είδους κυρίως όμως για εργαλεία μαρμάρου.
Εργαλεία / Αντικείμενα / έργα
Ο Γιάννης Αλεξόπουλος & ο γιός του Κώστας συνεργάζονταν και εξυπηρετούσαν ανάγκες σε νέα εργαλεία, κάθε είδους επισκευές και γενικά εργαλεία λατόμευσης, μαρμαρογλυπτικής και γλυπτικής.



Οι πελάτες δε ζητούσαν μόνο μαντρακάδες αλλά και γάντζους, λοστούς, σφήνες. Κίνηση μεγάλη μετά τους μαντρακάδες έχουν τα βελόνια, τα ντισλίδικα, τα λεπτοκάλεμα («οι μαρμαράδες τα λένε γλυκοκάλεμα»). «Τέτοια φεύγουν, όσα νάχεις τα παίρνουν». Μέσα σε τρία χρόνια 21 τόνοι scrap σε αδράχτια από εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας καταναλώθηκαν για κατασκευή λεπτοκάλεμων. Αξιοσημείωτο το ότι η αλλαγή εξοπλισμού στη βιομηχανία έδινε φτηνή πρώτη ύλη στο σιδηρουργείο. Φυσικά η παρουσία στο νησί πολλών λατομείων άσπρου και πράσινου μαρμάρου σημαίνει σταθερά μεγάλες ανάγκες για καινούργια εργαλεία και για επισκεύες.
Μας λέει ο Κώστας Αλεξόπουλος για τις παραγγελείες του πατέρα του Γιάννη Αλεξόπουλου:
Μαντρακάς
Όταν τα λατομεία και οι άλλες ανάγκες μειώθηκαν, αυξήθηκε η κατασκευή μαντρακάδων για όλη την Ελλάδα. Το εργαστήριο στα χέρια της οικογένειας Αλεξόπουλου αποτέλεσε κέντρο παραγωγής μαντρακά για την Τήνο αλλά και όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, ηπειρωτική και νησιώτικη, σε εργαστήρια και αναστηλώσεις, αλλά και διεθνώς. Περίπου το 1950 πατέρας και γιος, έκαναν μία πατέντα με τους μαντρακάδες, τους άλλαξαν το σχήμα, ο μπάρμα Γιάννης μάλλον το είδε από τεχνίτες Γερμανούς. Αυτοί οι μαντρακάδες έχουν διαφορά στο σχήμα που τους κάνει πιο εύχρηστους και πιο ευέλικτους. Το νέο σχήμα δίνει τη δυνατότητα στους τεχνίτες – χρήστες να δουλεύουν πιο άνετα να δίνουν πιο σταθερά χτυπήματα. Από τότε που έγινε η πατέντα οι δουλειές ανοίξανε πολύ κατά τον μπάρμπα Κώστα. Τόσο που πήρανε βοηθό από τα Πλατιά. Η μεγάλη ζήτηση οδηγούσε στην πρόσληψη ενός βοηθού και όχι στην απόρριψη παραγγελιών. Ο βοηθός βαροκοπούσε στο καμίνι με τον μπαρμπά Γιάννη και ο μπάρμπα Κώστας τους λιμάριζε – τους τελειοποιούσε για να τους βάψει τελικά ο πατέρας του. Επιβλήθηκαν στην αγορά με αυτούς τους μαντρακάδες νέου τύπου και τροφοδοτούσε όλη την Ελλάδα, τα εργαστήρια της ΑΘήνας και άλλων πόλεων, τις αναστηλώσεις αρχαιολογικών χώρων (Ακρόπολη, Ολυμπία, Επίδαυρο, Σαμοθράκη), λατομεία πολλών περιοχών (Πεντέλη, Διόνυσο, Κοζάνη, Καβάλα, Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο, Βυτίνα, Ρόδο κ.α.). ακόμα και το εξωτερικό. Θέλανε εργαλεία στην Αθήνα στο Διόνυσο, στην Πεντέλη, ένα σωρό μαντρακάδες τόσο που δεν προλαβαίνανε.

Μαντρακάς κατασκευασμένος το 1956 πιθανότατα από τον Γιάννη Αλεξόπουλο, φτιαγμένο για τον τότε μαθητή της Σχολής Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου και μετέπειτα γλύπτη Γιάννη Καγιώργη. © Αλεξάνδρα Γρυπάρη

Μαντρακάς κατασκευασμένος από τον Κώστα Αλεξόπουλο για τον γλύπτη Λάμπρο Διαμαντόπουλο © Αλεξάνδρα Γρυπάρη

Στη φωτογραφία βλέπουμε ένα μαντρακα του Δημήτρη Χατζή. © Αλεξάνδρα Γρυπάρη
Μορφή εργαστηρίου / εξοπλισμός

Στη φωτογραφία βλέπουμε το εσωτρικό του εργαστηρίου του Κώστα Αλεξόπουλου όπως ήταν το 2022. © Αλεξάνδρα Γρυπάρη
Στη μορφή που έχει σήμερα χτίστηκε από το Γιάννη Αλεξόπουλο περίπου το 1920. Το εργαστήριο ήταν πολύ καλό στην κατασκευή και κυρίως στη βαφή των εργαλείων. Η βαφή είναι η μέθοδος σκλήρυνσης του εργαλείου που βουτιέται μόλις σφυρηλατηθεί στο νερό ή στο λάδι. Ήταν τόσο καλό εργαστήριο στη βαφή που τους παρήγγελναν εργαλεία και μαντρακάδες και από αλλού. Αλλά την βαφή δεν τη δείχνανε για να μην τους πάρουν τη δουλειά, την κρύβανε πολύ καλά. Παρότι η ιστορία της οικογένειας δεν έχει πολλά μέλη, παρουσιάζει ενδιαφέρον γιατί είχε πολύ σημαντικό εργαλειακό εξοπλισμό και κυρίως παρήγαγε ένα πρωτότυπο τύπο μαντρακα τον οποίο είχε εξελίξει ο ίδιος ο πατέρας του τεχνίτη σε συνεργασία μαζί του. Ο
Ο Κώστας Αλεξόπουλος μας είπε για το εργαστήριο:
Πρόκεται για εργαστήριο που ανηκεί στο συνηθέστερο τύπο, με ένα τεχνίτη και ένα βοηθό μόνιμα ή περιστασιακά, τύπος που συναντιόταν στα περισσότερα μικρά κέντρα με μικρή πελατειακή περιοχή που τη διεκδικούν και άλλοι τεχνίτες. Ο εξοπλισμός του περιλαμβάνει καμίνι, φυσερό, αμόνια, βούτες. Τα εργαλεία του είναι συγκράτησης (τσιμπίδες), κρούσης (σφυριά – βαριές), διάτρησης, στήριξης, απότμησης, σχεδιάσης – μέτρησης, λείανσης (λίμες), μορφοποίησης (καλούπια, καμπύλη). Οι διαδικασίες για την κατασκευή εργαλείων με την τεχνική της σφυρηλάτησης είναι οι εξής: σφυρηλάτηση, ατσάλωμα, βαφή. Η σφυρηλάτηση είναι η μηχανική κατεργασία του σιδήρου -εν θερμώ- με σφυρί. Το μέταλλο τοποθετείται στο αμόνι και επαναλαμβανόμενες κρούσεις δημιουργούν βαθμιαίες παραμορφώσεις. Το ατσάλωμα είναι η ενίσχυση του σιδερένιου άκρου του εργαλείου με προσθήκη ατσαλιού ώστε τα δύο κομμάτια διαφορετικού μετάλλου να αποτελέσουν ένα σύνολο. Η βαφή τέλος είναι η θερμική κατεργασία όπου το ατσάλι θερμαίνεται σε ορισμένη θερμοκρασία και στη συνέχεια εμβαπτίζεται σε νερό όπου ψύχεται απότομα για να σκληρύνει.


Στη φωτογραφία βλέπουμε εργαλεία που έχει δημιουργήσει ο Κώστας Αλεξόπουλος. © Αλεξάνδρα Γρυπάρη
Ιστορία οικογένειας Ρήγου
Ο τρίτος γιος του Γιάννη Ρήγου, ο Ιάκωβος – Γιακουμής, αφού εργάστηκε κι αυτός στο μαγαζί του πατέρα του στα Υστέρνια και στο λατομείο στα Χούσλα, άνοιξε το δικό του σιδηρουργείο στον Πύργο, όπου υπήρχε ζήτηση λόγω του μεγάλου αριθμού λατόμων & μαρμαράδων του Πανόρμου. Τότε λειτουργούσε στον Πύργο μόνο ένα σιδεράδικο εκείνο του Αντώνη Σοφιανού αδελφού του μαρμαρογλύπτη Δημήτρης Σοφιανού. Στον Πύργο παράλληλα με τα εργαλεία της μαρμαροτεχνίας αναλάμβανε και κάθε άλλη σιδηρουργική εργασία. Μαζί του δούλεψε και ο Γιάννης Αλεξόπουλος. Μεταγενέστερες καγκελόπορτες του Ιάκωβου Ρήγου σε εκκλησίες του χωριού σώζονται στον Άγιο Νικόλαο στον Άγιο Δημήτριο και στην Σωτήρα. Το 1911 ο Ιάκωβος Ρήγος επεκτείνει το πεδίο δραστηριότητας Δραστηριότητας του ανοίγοντας μαγαζί πρώτα στον Πειραιά και μετά στην Αθήνα, κοντά στην ομόνοια.
Η εφημερίδα Αστήρ της Τήνου, αναγγέλει το γεγονός:
Οι γνωστοί συμπολίται μας κ.κ. Ιάκωβος Ρήγος και Βενάρδος Σαλταμανίκας ηνέωξαν εν Πειραίει και παρά την παλαιά λαχαναγοράν πλησίον της γέφυρας τέλειον σιδηρουργείο. (…) Πολύ ευχαριστημένοι θα μένωσι οι συμπολίτες μας λιθοξόοι οίτινές πολύ καλά γνωρίζουσιν ότι μόνο οι συμπολίται μας ούτοι κατασκευάζουσι τα καλύτερα εργαλεία της τεχνης τών (…).

Στη φωτογραφία ο Γιάννης Αλεξόπουλος. © Αλέκος Φλωράκης
Ο Ιωάννης Αλεξόπουλος δεν προερχόταν από οικογένεια σιδηρουργών. Παιδί ακόμα τον έστειλαν να δουλέψει στα νταμάρια πράσινου μαρμάρου στο βόρειο τμήμα της Εξώ Μεριάς, στα Χούσλα, στη μηχανή της συρματοκοπής (μηχανή για την κοπή μεγάλων όγκων πράσινου μαρμάρου). Μέσω ενός Ιταλού μηχανικού πήγε παραγιός στο μηχανουργείο του John McDowall και Barbour στον Πειραιά για αρκετά χρόνια. Στον Πειραιά ήρθε σε επαφή με την τέχνη της σιδηρουργείας, την έμαθε, για να συνεχίσει αργότερα επί ενάμιση χρόνο στον Μάρκο Ρήγο (το γιο του Χιάννη) στην Αθήνα όπου μυήθηκε στην κατασκεύη εργαλείων μαρμαροτεχνίας. Μετά το στρατιωτικό του γύρισε στον Πύργο της Τήνου, δούλεψε για λίγο με τον Ιάκωβο (Γιακουμή) Ρήγο που φημιζόταν για τους ματρακάδες του, κατασκευάζοντας εργαλεία μαρμάρου μέχρι να αγοράσει το εργαστήριο του τελευταίου.
Κώστας Αλεξόπουλος

Στη φωτογραφία ο Κώστας Αλεξόπουλος στο εργαστήριό του. © Αλεξάνδρα Γρυπάρη
Ο γιός του μπάρμπα Γιάννη Αλεξόπουλου, ο μπαρμπά Κώστας δεν ήθελε να γίνει σιδεράς, με βάση τα λεγόμενα του ίδιου, είχε ταλέντο στο σχέδιο και ήθελε να γίνει μαρμαράς, αλλά ο πατέρας του τον έβαλε στο σιδεράδικο. Γιατί μεταξύ άλλων η ανάγκη για άμισθο προσωπικό στο σιδεράδικο ήταν μεγάλη λόγω των αναγκών της περιοχής σε εργαλεία. Ο μπάρμπα Κώστας πήρε μαθήματα σχεδίου πριν τον πόλεμο και μετά το στρατιωτικό του πήγε στο εργαστήριο όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γιατί ο πατέρας του ήταν πολύ αυστηρός και λιγομίλητος. Οι άλλοι μάστοροι όμως που πήγαιναν στο εργαστήριο μαρμαράδες, πλακάδες, αγρότες, του λέγανε ότι ο μικρός ήταν καλός και αυτός δεν ήθελε ο μικρός να το ακόυει. Έγινε όμως από τους καλύτερους μάστορες, μεγάλωσε πολύ την πελατεία και κράτησε το σιδεράδικο μετά το θάνατο του πατέρα του μέχρι το 2003, όπου τη σκυτάλη πήρε ο Δημήτρης Χατζής ο παραγιός του.
Ο Κώστας Αλεξόπουλος μας λέει για το σιδεράδικο:
Δημήτρης Χατζής

Ο Δημήτρης Χατζής ο τελευταίος σιδεράς του Πύργου, ξεκίνησε το 1996 ως παραγιός του Μπάρμπα Κώστα όπου έμαθε την τέχνη και από το 2003 που ο μπάρμπα Κώστας έκλεισε το εργαστήριο γιατί συνταξιοδοτήθηκε και ο Δημήτρης άνοιξε το δικό του εργαστήριο, στο παλιό μαρμαράδικο του Λάζαρου και Νικόλαου Βαλάκα, λίγο έξω από το χωριό κρατώντας το όνομα και την πελατεία. Στα δικά του χρόνια άλλαξαν πολύ οι ανάγκες και έτσι άλλαξαν και οι παραγγελίες. Τα έτοιμα εργαλεία είναι πια παντού και πολύ φτηνά με αποτέλεσμα να τα προτιμάει ο κόσμος. Ο Δημήτρης απευθύνεται πια σε ένα κοινό που έχει περισσότερα χρήματα και μπορεί να φτιάξει μία χειροποίητη κλειδαριά.
Πελατεία
Ο ανταγωνισμός έκανε καλό στο εργαστήριο κατά τον μπαρμπά Κώστα. Ενώ σε άλλα χωριά ας πούμε στα Υστέρνια έδιναν τα βελόνια 2 δρχ (περίπου 1,5 λεπτά) και ο μπάρμπα Κώστας στον Πύργο 5 δρχ (περίπου 4 λεπτά) τα αγόραζαν από το μπάρμπα Κώστα. Στην περίπτωση αυτή το υψηλό κόστος δεν λειτούργησε αρνητικά για τον τεχνίτη γιατί έκανε καλή δουλειά. Αλλά τι σημαίνει καλή δουλειά. Το καλό εργαλείο είναι συνάρτηση της ποιότητας της πρώτης ύλης & της τεχνογνωσίας που φαίνεται (1) στη βράση – αμά βράσει πολύ καίγεται (2) – στην ποσότητα του ατασαλίου που μπαίνει στην ατσαλωσιά (3) στη βαφή (4) στο τελευταίο στρώσιμο στο σιδέρωμα (5) στην κλίση του εργαλείου.
Ο Κώστας Αλεξόπουλος μας περιγράφει τις παραγγελίες:
Μορφή εργαστηρίου – εξοπλισμος
Πύργος
Η κεντρική πλατεία του Πύργου έχει όλα τα στοιχεία ενός πλήρως εξοπλισμένου κοινωνικού χώρου. Είναι μία πλατεία σκηνή θεάτρου στην οποία εκτυλίσσεται η ζωή του χωριού τόσο τις καθημερινές όσο και τις ημέρες των εορτών και των πανηγυριών όποτε μεταβάλλεται σε ένα τεράστιο χοροστάσι. Στην διάρθρωση της θυμίζει καταπληκτικά τις πλατείες των χωριών του Πηλίου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι πολύ κοντά στην πλατεία βρίσκουμε τις πλύστρες, κοινοτικές εγκατάστασεις για το πλύσιμο των ρούχων, που ήταν σε χρήση το δεύτερο παγκόσμιο Πόλεμο, την μία από τις δύο ενορίακες εκκλησίες, τον άγιο Νικολαό καθώς και το νεκροταφείο του Πύργου, που βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πέρα. Είναι μοναδικό για την ένταξη του στο χώρο και τον οικισμό αλλά και κυρίως για τον πλούτο και την ομορφιά των επιτύμβιων πλακών και των τάφων του. Από τη στιγμή λοιπόν που ο διαμορφωμένος οικισμός υφίσταται, όλοι σχεδόν οι χωρικοί είχαν εδώ την κατοικία του στην οποία κατέβαιναν Κυριακές τις γιορτές καθώς και τις κρύες μέρες του χειμώνα κατέβαινα την ανεφοδιασμού, πουλούσαν τα προϊόντα τους, κυρίως τυρί, αγόρασαν τα απαραίτητα για την επιβίωση τους, πήγαινα στην εκκλησία, έβλεπαν γνωστούς και φίλους και επέστρεψα ξανά στο αγροτικό το σπίτι, το καθκιο. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη· την έκαναν με τα πόδια ή κυρίως με το γάιδαρο ή το μουλάρι, στο οποίο φορτώνω και τα προϊόντα τους.
Βιβλιογραφία
Η έρευνα βασίζεται σε στοιχεία που βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα στα βιβλία Φλωράκης Α. , 2013, “Τα γύφτικα της Όξω μεριάς Τήνου σιδηρουργεία και σιδηρουργοί στο 19ο και 20ο αιώνα“, Αθήνα: Αδελφότητα των εν Αθήναις Τηνίων, Καραλή Μ., 2002, “Οι αγροτικές κατοικίες στην Εξωμεριά της Τήνου”, Αθήνα: Ποιτιστικό Τεχνολογκό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Συλλογικός τόμος, 1979, Εθνογραφικά, Αθήνα :Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Κορρές Μ., 1994, «Απο την Πεντέλη στον Παρθενώνα», Αθήνα: Μελισσα, Φλωράκης Α., 2018,“Παλιά λατομεία και σχιστήρια της Τήνου“ Αθήνα: ΠΙΙΟΠ, Συλλογικό τόμος, 2009 “Τετράδια Εξωμεριάς” Αθήνα: επιμέλεια έκδοσης Κώστας Δανούσης, Συλλογικό τόμος, 2009 “Μνήμες Πανόρμου” Αθήνα: επιμέλεια έκδοσης Κώστας Δανούσης, Συλλογικός τόμος, 2024 “Navigare necesse est τιμή στον Κώστα Δανούση”, Αθήνα: Αλελφότητα των εν Αθήναις Τηνίων, σε παραινέσεις και κατευθύνσεις των κυρίων Φλωράκη και Δανούση, σε σε εργασίες όπως αυτές του Ιάκωβου Ρήγου αλλά και σε συνεντεύξεις που διενεργούνται από την ομάδα του φορέα στο πλαίσιο του έργου Fe26 – “Σμιλεύοντας τη μνήμη”.
Περισσότερες πληροφορίες για το έργο ίχνη εδώ